ἑκατοντακέφαλος

ἑκᾰτοντα-κέφᾰλος, ον, = foreg.,
A

γίγας Jul.Ep.180

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατοντακέφαλος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατοντακέφαλον — ἑκατοντακέφαλος masc/fem acc sg ἑκατοντακέφαλος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατοντακεφάλου — ἑκατοντακέφαλος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατοντακεφάλῳ — ἑκατοντακέφαλος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ՀԱՐԻՒՐԱԳԼԽԻ — ( ) NBH 2 0061 Chronological Sequence: 6c ա. ἐκατοντακάρανος, ἐκατοντακέφαλος centiceps. Որ ունի գլուխս հարիւր. *Որպէս զի լինել գազանին հարիւրագլխի. Նոննոս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ἑκατοντακεφάλωι — ἑκατοντακεφάλῳ , ἑκατοντακέφαλος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.